
Αφετηρία ο νέος νόµος 4673/2020 για τους συνεταιρισµούς, ο οποίος, παρά τις αδυναµίες του, συνιστά µια βάση για την ανάληψη πρωτοβουλιών και την αναζήτηση λύσεων που θα ξαναβάλουν τον αγροτικό κόσµο και κυρίως τους επαγγελµατίες του αγροτικού χώρου στη λογική της συλλογικότητας και της από κοινού προσπάθειας.
Βέβαια, η απογοήτευση είναι µεγάλη, οι πληγές είναι ακόµα ανοικτές και το κακό είναι ότι πρόσκληση για µια νέα εποχή συνεργατισµού, ενδεχοµένως µε διαφορετικές εκδοχές, έρχεται ξανά από τους ίδιους που είτε συνέβαλαν στη σηµερινή παρακµή, είτε καλλιέργησαν ένα κλίµα µε πολλές παθογένειες που συνέβαλε στη δυσφήµηση και αποδιοργάνωση των συνεταιριστικών δοµών.
Απ’ ότι φαίνεται ούτε η Πολιτεία δείχνει διατεθειµένη να ανοίξει το παιχνίδι, ενεργοποιώντας, µε τα µέσα που πάντα έχει στη διάθεσή της, τους ίδιους τους αγρότες, να καθορίσουν τα του οίκου τους, ούτε και τα ίδια, τα παλιά στελέχη του αγροτικού χώρου, παρά τα καταγεγραµµένα λάθη και τις αδυναµίες τους, εκφράζουν τη βούληση να παραδώσουν τα όπλα, αφήνοντας σε νεότερους και λιγότερο φθαρµένους την πρωτοβουλία των κινήσεων για τη νέα περίοδο.
Ειδικά το τελευταίο, είναι ένα στοιχείο που αποθαρρύνει τους ανθρώπους της παραγωγής από τις συνεργασίες και την ίδια στιγµή βγάζει από το παιχνίδι της διεκδίκησης ενεργού ηγετικού ρόλου, καταρτισµένα στελέχη µε ισχυρή επιχειρηµατική παρουσία στα αγροτικά δρώµενα (ρεπορτάζ σελ. 46).
Όπως και να ’χουν τα πράγµατα, ο χειµώνας που έρχεται αναµένεται να είναι χειµώνας ζυµώσεων στις τάξεις των συντελεστών της αγροτικής παραγωγής. Βέβαια, το µεγάλο θέµα είναι αν αυτές οι ζυµώσεις θα οδηγήσουν στην ανάδειξη -σε θέσεις ευθύνης- γνήσιων επαγγελµατιών µε άποψη για τα κοινά ή αν θα µείνει ξανά ο χώρος στα χέρια των κουρασµένων, κοµµατικών κυρίως, αγροτικών στελεχών, προς δόξαν του αναχρονισµού, της µετριότητας και του πελατειακού συστήµατος.