
Φαίνεται πως οι αγρότες από την πλευρά τους σε πολλές περιπτώσεις βρίσκονται κατά 5% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην κλίμακα παραγωγής προστιθέμενης αξίας ανά εκτάριο.
Με άλλα λόγια, ενώ η πρώτη ύλη είναι προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας, η μεταποίησή της αδυνατεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής, με την ασθενική παραγωγικότητα στο σκέλος της να απέχει περίπου 84% από τις επιδόσεις της Ευρώπης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συζητήσεις ερευνητών και οικονομολόγων περιστρέφονται γύρω από τον εντοπισμό τρόπων που θα έκλειναν την ψαλίδα ανάμεσα στην ελληνική και την ευρωπαϊκή αξία αγροδιατροφής. Επικρατέστερος όρος θα μπορούσε να είναι η εξασφάλιση επενδυτικών λύσεων σε αγρότες, με μοναδική ευκαιρία τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, που θα τους δώσει την πολυπόθητη πρόσβαση στους επόμενους κρίκους της αλυσίδας, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να επιδιώξει καλύτερες προοπτικές για το έργο του, από τον ίδιο τον δημιουργό του.
Τα παραπάνω στατιστικά δεδομένα προκύπτουν από την προσέγγιση που επιχειρεί σε άρθρο του ο Κώστας Καραντινινής, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Γεωπονικών Επιστημών Σουηδίας (SLU), το οποίο φιλοξενείται στον ιστότοπο του διαΝΕΟσις. Εκεί ο καθηγητής καταπιάνεται με τις επιπτώσεις της πανδημίας στην ελληνική αγροδιατροφή, εξετάζοντας και τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε ο συγκεκριμένος τομέας μέσα από την οικονομική κρίση της δεκαετίας 2008-2017. Υποστηρίζει λοιπόν ότι η προστιθέμενη αξία της αγροδιατροφής έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης και η κατανομή του θα πρέπει να γίνει με κριτήρια ανάπτυξης και αντίστοιχης συμβολής στους εθνικούς στρατηγικούς στόχους.
Με συλλογικές δράσεις αντιμετωπίζεται το μικρό μέγεθος μιας αγροτικής εκμετάλλευσης
Η απόσταση ανάμεσα στις επιδόσεις υπεραξίας της ελληνικής αγροδιατροφής από την ευρωπαϊκή, ειδικά στον τομέα της μεταποίησης, έχει μεγαλύτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι στην ΕΕ η μισή σχεδόν παραγωγή (49%) διακινείται μέσω συνεταιρισμών, άρα και ένα αντίστοιχο ποσοστό προστιθέμενης αξίας επιστρέφει στους ιδιοκτήτες-παραγωγούς, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα είναι μόλις 8%. Συμπερασματικά, εφόσον το μεταποιημένο προϊόν καταφέρει να προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η δυνατότητα βελτίωσης των οικονομικών επιδόσεων των αγροτικών μονάδων αυξάνεται σημαντικά, ειδικά στις περιπτώσεις κάθετων μονάδων και συνεταιριστικών εγχειρημάτων, όπου το ποσοστό προστιθέμενης αξίας που επιστρέφει στον παραγωγό είναι μεγαλύτερο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «τα κλάσματα της ελληνικής γεωργίας μπορούν να βελτιωθούν είτε αυξάνοντας τον αριθμητή (μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία), είτε μικραίνοντας τον παρονομαστή (λιγότεροι δικαιούχοι)». Στον παρονομαστή είναι προφανές ότι δεν μπορούν να συμβάλουν, ούτε και «να επιβιώσουν όλες ανεξαιρέτως οι μικρές εκμεταλλεύσεις, άρα ο παρονομαστής θα συνεχίσει να μειώνεται» εξηγεί. Το μικρό μέγεθος όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί με συλλογικές δράσεις, με την επιχειρηματικότητα, την καινοτομία και με τη διαρκή συστηματική προσαρμογή στις ανάγκες της αγοράς και της τεχνολογίας.
Εθνική στρατηγική
Ο καθηγητής Καραντινινής θεωρεί ότι είναι «εθνική υπόθεση» η γεωργία επειδή απέδειξε ότι μπορεί να κρατήσει σταθερό το εισόδημα και την απασχόληση στην ελληνική περιφέρεια.
Το άρθρο φιλοξενήθηκε στην εφημερίδα Agrenda που κυκλοφόρησε το Σάββατο 28 Αυγούστου.