
Κοντεύοµε να ξεχάσοµε τις θαυµατουργές ιδιότητες του λιόλαδου, απού τση κατέχανε οι γονέοι και οι παππούδες µας.
Λάδι εβάνανε στα πάντα απού ετρώγανε. Από τα φαγιά ίσαµε τση σαλάτες κι από τση φέτες του ψωµιού ίσαµε τα καλιτσούνια και τση µαραθόπιτες.
Ετρίζανε οι µεντεσέδες στση πόρτες; Λιόλαδο και τέρµα τα τριξίµατα.
Έπεφτες και σβολωνόσουνα; Λιόλαδο στση πληγές και δεν εκακοσινεύανε.
Έκρουβε σε ο βήχας; Έπινες ένα φλυτζανάκι λάδι και ντελόγο εµαλάκωνε ο λαιµός και κοβότανε µαχαίρι ο βήχας.
Επόνιε η κοιλιά σου; Λιόλαδο και εσταµάτα ο πόνος. Εσκούσανε τα χέργια σου από την κρυγιότη; Λιόλαδο κι αυτό ήτανε.
Επόνιε τα’ αφτί σου; ∆υο στάξεις λιόλαδο και τέρµα οι πόνοι.
Επόµενε καθούρα στη ντίνα του λαδιού; Την ανακάτευες µε ποτάσα κι είχες έτοιµο
το σαπούνι τση χρονιάς.
∆εν ανάβανε τα ξύλα στην παραστιά; Μια ολιά λάδι απάνω τους και γινότανε λαµπάδες.
Εθώριες αδυνατισµένα και κακοποδοµένα τα ζούµπερα σου; Έβανες λάδι στση τροφές τους και ξαναπέρνανε τα πάνω τους.
Ήθελες να ‘φχαριστήσεις το Θεό και τσ’ Αγίους; Μπουκάλι λάδι επήγαινες στη εκκλησά.
Έβγανες µαλάθρακα στο σώµα σου; Λιόλαδο απάνω και εµαλάκωνε κι έσπα ο µαλάθρακας.
Ήθελες να φέξει η νύχτα; Λιόλαδο στο λύχνο. Εχτύπα σου την πόρτα διακονιάρης; Λάδι του ‘βανες στο λαδικό.
Ελέγανε σου κοπέλια τα κάλαντα; Με λάδι τα ποχέριζες.
Ήθελες να καλοπιάσεις το βουλευτή και το δάσκαλο; Μια ντενέκα λάδι τους έδινες.
Όλα ετούτανα τα ξεχάσαµε, γιατί εσήµανε η ώρα του ηλιέλαιου, του σπορέλαιου, του σογιέλαιου, του καλαµποκέλαιου και γενικά του διαολόλαδου, που εγίνηκε τση µοδός.
Και δως του τα συροµαδήµατα, επειδή ακριβαίνουνε.
Μα και γι’ αυτά τα συροµαδήµατα, µια χαρά γιατρικό είναι το λαδάκι.